Ομιλία και δευτερολογία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, κατά τη συζήτηση επί της προτάσεως για αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος
Σας ευχαριστώ πολύ, κ. Πρόεδρε. Καλώς ήρθες Γιώργο, καλή δύναμη, σιδερένιος. Πιστεύω ότι όλοι χαιρόμαστε πάρα πολύ που σε έχουμε ξανά μαζί μας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτή η σημερινή, δεύτερη συζήτηση και ψηφοφορία για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μας ζητά απλά να επαναλάβουμε τις αρχικές μας θέσεις. Αντίθετα, μας καλεί, καλεί όλα τα κόμματα να αναστοχαστούν τον διάλογο o οποίος μεσολάβησε, υπηρετώντας τις συγκλίσεις τις οποίες επιδιώκει, άλλωστε, και ο ίδιος ο καταστατικός χάρτης.
Διότι, πράγματι, δεν θα υπήρχε λόγος το Σύνταγμα να προβλέπει διπλή ψηφοφορία, αν δεν προσέβλεπε ο συνταγματικός νομοθέτης στη δυνατότητα στη δεύτερη ψηφοφορία, ενδεχομένως, να προκύψει κάποιο διαφορετικό αποτέλεσμα.
Φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι το πιο πιθανό ενδεχόμενο και σε αυτή την ψηφοφορία. Διότι το ζητούμενο και αυτής της συνεδρίασης θα ήταν να φανεί ποιες μεγάλες θεσμικές αλλαγές μπορεί να προωθήσει, τελικά, η επόμενη Βουλή και με ποια πλειοψηφία, έτσι ώστε να μπορούμε να βελτιώσουμε συνολικά το πολιτικό μας σύστημα και τη δημόσια ζωή.
Τον περασμένο Ιούλιο, από αυτό το βήμα είχα περιγράψει πολύ αναλυτικά ως κεντρικό μας στόχο η χώρα να μπορέσει να αποκτήσει ένα σύγχρονο Σύνταγμα το οποίο θα συμβαδίζει με την εποχή, απελευθερώνοντας τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, κάνοντας το κράτος αποτελεσματικότερο, αλλά κυρίως εμπεδώνοντας τη διαφάνεια ως κρίκο εμπιστοσύνης μεταξύ της κοινωνίας και της πολιτείας.
Θέλω και με την ευκαιρία αυτή, να συγχαρώ τα μέλη της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας που συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους που συμμετείχαν στην Επιτροπή και, έχοντας διαβάσει αρκετά αποσπάσματα από τα πρακτικά, να καταδείξω μία σχετική αντίφαση μεταξύ της στάσης των κομμάτων στην Ολομέλεια και των τοποθετήσεων συναδέλφων στην Επιτροπή, όπου ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις και θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να διαφανεί αν αυτό το κλίμα, το οποίο αποτυπώθηκε στην Επιτροπή, μπορούσε τελικά να επικρατήσει και στην Ολομέλεια. Η δυνατότητα, πράγματι, να μπορέσουμε να συμφωνήσουμε σε κάτι περισσότερο από αυτό στο οποίο τελικά θα καταλήξουμε.
Κάναμε, λοιπόν, μια τεκμηριωμένη εισήγηση. Προτείναμε την αλλαγή 33 διατάξεων, με τελική δύναμη λίγο μεγαλύτερη από αυτή της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Όμως, ποιο είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε μετά την πρώτη ψηφοφορία; Μετά την πρώτη ψηφοφορία αυτό το οποίο αντιληφθήκαμε όλοι είναι την παντελώς αδιέξοδη τακτική συνολικά της αντιπολίτευσης. Γιατί καμία από τις προτάσεις τις οποίες καταθέσαμε δεν συγκέντρωσε τις 180 ψήφους οι οποίες απαιτούνταν.
Γιατί έγινε αυτό; Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να αφιερώσουμε λίγο χρόνο να αναζητήσουμε την αιτία αυτής της στάσης της αντιπολίτευσης.
Ακόμα, κ. Ανδρουλάκη, και δυνάμεις οι οποίες στον πολιτικό τους λόγο αυτοπροσδιορίζονται ως τάχα σοβαρές και υπεύθυνες, δυνάμεις οι οποίες συμμετείχαν στο παρελθόν -και θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό- σε άλλες Συνταγματικές Αναθεωρήσεις, υποτάχθηκαν τελικά στο τυφλό «όχι» ή στο αμήχανο «ναι μεν αλλά». Τελικά, στην ψηφοφορία, κατέδειξαν ότι επιδίωξαν να βρεθούν απέναντι σε οποιαδήποτε κυβερνητική πρόταση.
Μιλώ εδώ ειδικά για το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη. Θέλω να είμαι σαφής. Το επαναλαμβάνω, το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη, που έφτασε στο σημείο, κ. Ανδρουλάκη, να μην υπερψηφίζετε -προσέξτε, να το καταλάβει ο κόσμος- να μην υπερψηφίζετε τομές με τις οποίες συμφωνείτε, μόνο και μόνο επειδή τις προτείνει η κυβέρνηση.
Θα μπορούσαμε θεωρητικά, κ. Ανδρουλάκη, να είχαμε φέρει προς ψήφιση και να είχαμε υπερψηφίσει πρόταση την οποία εσείς κάνατε, έξω από τις δικές μας προτάσεις. Και πάλι, θα φτάνατε στο σημείο να καταψηφίσετε τις δικές σας προτάσεις. Μέσα σε αυτή τη λογική του «όχι σε όλα», η οποία, κ. Ανδρουλάκη -το είχαμε πει και τον Ιούλιο-, στρέφεται ευθέως κατά του πνεύματος και του γράμματος του Συντάγματος.
Εάν το Σύνταγμα το σημερινό, όχι αυτό το οποίο θέλουμε ενδεχομένως να αναθεωρήσουμε, προέβλεπε ότι απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία στη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή, θα το όριζε ρητώς. Δεν το κάνει, όμως. Το Σύνταγμα δίνει τη δυνατότητα να μπορεί να διερευνήσει κανείς τη δυνατότητα εξεύρεσης μιας ενισχυμένης πλειοψηφίας και στην πρώτη Βουλή.
Ο λόγος για τον οποίο μεσολαβούν οι εθνικές εκλογές είναι ακριβώς διότι ο συνταγματικός νομοθέτης θέλει να λάβει υπόψη του ο πολίτης, η λαϊκή ετυμηγορία, τις προτάσεις των κομμάτων για το Σύνταγμα. Γι’ αυτό μεσολαβούν εκλογές.
Εσείς, λοιπόν, κ. Ανδρουλάκη, έρχεστε και καταστρατηγείτε πλήρως το γράμμα του Συντάγματος και λέτε ουσιαστικά, «ναι, μπορεί να συμφωνούμε αλλά δεν θα σας δώσουμε λευκή επιταγή να διατυπώσετε το Σύνταγμα έτσι όπως εσείς θέλετε, με 151 βουλευτές».
Ξεπερνώ το γεγονός ότι αυτό από μέρους σας είναι μια ευθεία ομολογία ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και με πλειοψηφία, έτσι δεν είναι; Γιατί αν ήσασταν τόσο σίγουρος ότι θα κερδίζατε εσείς, φαντάζομαι ότι δεν θα υιοθετούσατε αυτή τη θέση.
Είναι, όμως, μια θέση η οποία είναι και αδιέξοδη, είναι και ανιστόρητη. Και είναι ανιστόρητη διότι αν θυμηθούμε τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 1999-2001, θα διαπιστώσετε ότι, τελικά, η επιτυχία μιας Συνταγματικής Αναθεώρησης δεν εξαρτάται τόσο από τη βούληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο από τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Τότε η Νέα Δημοκρατία, σε δύο συνεχόμενες Βουλές, ως αξιωματική αντιπολίτευση, φέρθηκε με μεγάλη υπευθυνότητα. Συζήτησε, διαβουλεύτηκε, συμφώνησε σε αλλαγές στην πρώτη Βουλή. Τελικά συμφώνησε και σε αλλαγές στην αναθεωρητική Βουλή, υπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος.
Αναρωτιέμαι, αυτό το οποίο έγινε τότε και το έκανε η Νέα Δημοκρατία με υπευθυνότητα -θέλω να θυμίσω ότι μεσολάβησαν και τότε εθνικές εκλογές και η Νέα Δημοκρατία πάλι βρέθηκε στην αντιπολίτευση το 2001 και πάλι στάθηκε με υπευθυνότητα απέναντι στη διαδικασία Συνταγματικής Αναθεώρησης, θα μπορούσε θεωρητικά να την είχε «τορπιλίσει» για μικροκομματικούς λόγους- εσείς γιατί δεν είστε σε θέση να το κάνετε σήμερα;
Διότι, πράγματι, ακούγεται παράλογο, αν θέλουμε να μπούμε και λίγο στην ουσία των άρθρων τα οποία προτείναμε να αναθεωρηθούν, ακούγεται παράλογο τον 21ο αιώνα, κ. Ανδρουλάκη, να μην κατοχυρώνεται συνταγματικά και στη δική μας πατρίδα η λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων.
Ακούγεται παράλογο να μην είμαστε σε θέση να συμφωνήσουμε, τουλάχιστον εμείς οι δύο, τα δύο, θα έλεγα, συστημικά κόμματα, τα οποία έχουν επιδείξει στο παρελθόν υπευθυνότητα, να μην μπορούμε να συμφωνήσουμε σήμερα στο να ισχύει καθολικά το δικαίωμα της επιστολικής ψήφου σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις.
Να μην μπορούμε να συμφωνήσουμε στο αυτονόητο -το ανέδειξε και ο κ. Βορίδης: να συνδυάζεται η απόδοση και η αμοιβή των δημοσίων υπαλλήλων με την αξιολόγηση. Αλήθεια, μπορείτε να υπερασπιστείτε ευθέως τη θέση ότι το κόμμα σας βρίσκεται απέναντι στην ιδέα της συνταγματικής κατοχύρωσης της αξιολόγησης στο Δημόσιο;
Και ίσως το πιο σημαντικό: αυτά τα δύο κόμματα τα οποία στο παρελθόν συνεργάστηκαν υπό πολύ μεγάλη πίεση για να μπορέσουν να αποκρούσουν το φάσμα της χρεοκοπίας, σήμερα να μην συμφωνείτε με την ψήφο σας -δεν στέκομαι στο τι μπορεί να λέτε στην ομιλία σας, αλλά τελικά θα φανεί στην ψηφοφορία το τι πραγματικά πιστεύετε- αυτή η χώρα η οποία στο παρελθόν έφτασε στα πρόθυρα της πτώχευσης να μην είναι σε θέση να κατοχυρώσει θεσμικά συνταγματικά αντίβαρα απέναντι σε τέτοιους κινδύνους στο μέλλον.
Κι όμως, τελικά όλα αυτά τα καταψηφίζετε. Όπως τελικά καταψηφίζετε και ένα ώριμο αίτημα για το οποίο έχουμε μιλήσει τόσες φορές σε αυτή την αίθουσα, που δεν είναι άλλο από την ουσιαστική αλλαγή του άρθρου 86, ώστε τελικά τα πολιτικά πρόσωπα να ερευνώνται από τη Δικαιοσύνη και όχι από τη Βουλή.
Την κατάργηση της δυνατότητας να στήνονται κάθε λίγο κάλπες με προσχηματική επίκληση εθνικού θέματος.
Όλα αυτά είναι θέματα τα οποία ανέκαθεν «τύλιγαν» με καχυποψία την πολιτική. Θα μπορούσαμε να τα λύσουμε τώρα, ενώ κάποιοι, συγκεκριμένα εσείς, επιλέγετε να τα παραπέμψετε στις καλένδες.
Για να μην αναφερθώ σε άλλες αναγκαίες συνταγματικές προβλέψεις που έχουμε προτείνει, οι οποίες συναντούν την άρνηση όλων των κομμάτων, από τη μέριμνα της προσιτής στέγης ως συνταγματικής επιταγής, μέχρι την προστασία του πολίτη από ετεροχρονισμένους φόρους.
Προσέξτε, κ. Ανδρουλάκη, έχετε μιλήσει τόσες φορές για την ανάγκη να ενισχύσουμε τη συμμετοχή των δικαστών στην ανάδειξη της ηγεσίας τους, κάτι το οποίο σε πολύ μεγάλο βαθμό έχει ήδη γίνει με νόμο αυτής της κυβέρνησης. Όμως, ερχόμαστε εδώ να προτείνουμε και συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη. Αυτό, λοιπόν, το οποίο εσείς υπερασπιστήκατε, έρχεστε τώρα και το καταψηφίζετε.
Για να μην αναφερθώ, βέβαια, στα κόμματα της «πατριωτικής δεξιάς», τα οποία έρχονται τώρα και καταψηφίζουν τη συνταγματική κατοχύρωση της ελληνικής γλώσσας και της σημαίας. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να πούμε πολλά περισσότερα.
Και βέβαια, δεν συζητούμε καθόλου και δυστυχώς δεν φαίνεται να έχουμε την ευκαιρία να συγκεντρώσουμε την απαιτούμενη υπερπλειοψηφία, ούτε καν για να γίνει μία αναφορά στο Σύνταγμα για την τεχνητή νοημοσύνη, το πρώτο θέμα το οποίο συζητείται σήμερα παγκοσμίως. Και για τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να εξασφαλίσουμε, με μία λιτή συνταγματική πρόβλεψη, όπως προτάθηκε από την αρμόδια Επιτροπή, ότι τελικά αυτή θα πρέπει να έρχεται πάντα να τίθεται στην υπηρεσία του ανθρώπου.
Όλα αυτά τα θέματα, δυστυχώς, θα παραπεμφθούν στις συνταγματικές καλένδες.
Θα επιμείνω και πάλι, ωστόσο, στο πολιτικό βάρος αυτής της συνεδρίασης, καθώς -θα το ξαναπώ- η παρούσα Βουλή είναι αυτή η οποία επιλέγει τα υπό αναθεώρηση άρθρα και η επόμενη Βουλή είναι αυτή η οποία διαμορφώνει το οριστικό τους περιεχόμενο.
Κάτι το οποίο τελικά σημαίνει το εξής απλό: όποιος σε λίγο ψηφίσει «όχι» ή «παρών», θα έχει ουσιαστικά στερήσει από τη χώρα την ευκαιρία να βαδίσει πιο γρήγορα στο αύριο, διαθέτοντας μια νέα σύγχρονη και λειτουργική συνταγματική «πυξίδα».
Φοβάμαι ότι από την πλευρά όλων των κομμάτων, πρόκειται ουσιαστικά για μία ακόμα επιλογή μηδενισμού των πάντων, όπως έδειξε και η πρόσφατη εμπειρία από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Εκεί τι είδε ο πολίτης; Στη μία όχθη ένα κυβερνητικό σχέδιο σαφές για το 2027, το οποίο οδηγεί στο 2030, με μέτρα ενταγμένα σε ένα ημερολόγιο εφαρμογής μήνα-μήνα, τα οποία θα έρθουν και για ψήφιση πολύ σύντομα στη Βουλή, κοστολογημένα έως το τελευταίο ευρώ, αλλά έχοντας και ως «διαβατήριο» αξιοπιστίας μια συνεπή πολιτική που δικαιώνει το σύνθημα «το είπαμε, το κάνουμε».
Θυμίζω τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, ώστε τον Ιανουάριο του 2028 να φτάσει στα 1.000 ευρώ, τα 400 ευρώ καθαρά απ’ αυτόν και κάθε Νοέμβριο σε 2,2 εκατομμύρια συνταξιούχους, το επίδομα Χριστουγέννων, ύψους 500 ευρώ, σε 720.000 δημοσίους υπαλλήλους από το 2027, τον μηδενικό φόρο σε 87.000 τρίτεκνους έως το εισόδημα των 20.000 ευρώ, όπως και σε 50.000 αγρότες, αλλά και την ανακούφιση εκατοντάδων χιλιάδων ελεύθερων επαγγελματιών και μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, μέσω ενός νέου και πολύ πιο δίκαιου υπολογισμού του τεκμαρτού τους εισοδήματος.
Θυμίζω, επίσης, τον ριζοσπαστικό «κουμπαρά» για τη νέα γενιά, τη δυνατότητα σήμερα να μπορούμε να χτίσουμε μια καινούργια κουλτούρα αποταμίευσης, ώστε τα παιδιά τα οποία θα γεννηθούν στην Ελλάδα, όταν θα γίνουν 18 ετών, να έχουν στη διάθεσή τους ένα όχι ευκαταφρόνητο περιουσιακό στοιχείο, όταν θα ξεκινούν την ενήλικη ζωή τους.
Τον μηδενικό ΕΝΦΙΑ σε 650.000 ιδιοκτήτες, την απαλλαγή 6 εκατομμυρίων οικιακών παροχών ρεύματος από τα έξοδα των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, τη σταδιακή κατάργηση της προκαταβολής φόρου.
Και όλα αυτά με βάση έναν μακροπρόθεσμο συνδυασμό αυξήσεων του εισοδήματος και φοροελαφρύνσεων, που τελικά προσθέτουν σχεδόν έναν μισθό, μια σύνταξη τον χρόνο ως μόνιμο -θα το ξαναπώ, μόνιμο- «ανάχωμα» απέναντι στη διεθνή ακρίβεια.
Στη Θεσσαλονίκη, τέλος, έθεσα και με ευθύνη τους στόχους μας για την Ελλάδα του 2030, σαφείς και ποσοτικοποιημένους, με δείκτες πολύ συγκεκριμένους: ανάπτυξη διπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου, επενδύσεις αυξημένες κατά 20 δισεκατομμύρια ευρώ, ανεργία κάτω του 6%, μέσος μισθός πάνω από τα 1.800 ευρώ, το ρεύμα κατά 30% φθηνότερο για όλους και το ελληνικό αξιόχρεο στην ανώτερη ενδιάμεση βαθμίδα Α, ώστε επιτέλους η νέα γενιά να μην παίρνει στους ώμους της τα χρέη της προηγούμενης.
Με άλλα λόγια, μίλησα ρεαλιστικά για το σήμερα και το αύριο.
Και τι διαπιστώθηκε, από την άλλη, στις επισκέψεις οι οποίες είτε προηγήθηκαν είτε ακολούθησαν; Μια ανακύκλωση ακοστολόγητων και συχνά αντιφατικών υποσχέσεων, με δύο όψεις: τη δική σας, κ. Ανδρουλάκη, στη λογική του «πάρε κόσμε». «Και 13ο μισθό; Πάρε και 13ο μισθό. Και 13η σύνταξη; Πάρε και 13η σύνταξη. Και νέο ΕΚΑΣ; Πάρε και νέο ΕΚΑΣ. Και μείωση του ΦΠΑ. Και εξαγορά των κόκκινων δανείων». Όλα αυτά, προφανώς, προστιθέμενα στα μέτρα τα οποία εμείς οι ίδιοι έχουμε ανακοινώσει, τα οποία φαντάζομαι θα υπερψηφίσετε.
Δεν θέλω να μπω τώρα εδώ στη λογική της κοστολόγησης. Είναι, ξέρετε, πολύ άχαρη αυτή η διαδικασία. Αλλά νομίζω ότι οι πολίτες καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι σήμερα αυτός που τους τάζει αφειδώς μειώσεις φόρων και αυξήσεις δαπανών, ουσιαστικά οδηγεί τη χώρα στη σίγουρη συνταγή της χρεοκοπίας.
Υπήρξε, βέβαια, και μια δεύτερη όψη. Αυτή που παλιά λεγόταν «αυταπάτη», επιστρέφει σήμερα ως απάτη, αλλά δεν θα ασχοληθώ ιδιαίτερα με τον κ. Τσίπρα, καθώς δεν είναι πια σε αυτή την αίθουσα και δεν μπορεί να μου απαντήσει.
Πάντως, καταλήγω τελικά ότι ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ είστε δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όσο και αν προσπαθείτε, σε αυτόν τον άτυπο ανταγωνισμό μεταξύ σας, να διαφοροποιηθείτε, έχετε και οι δύο υιοθετήσει τις χειρότερες πρακτικές του παρελθόντος. Πολύ απλά, όμως, επειδή κανείς ουσιαστικά δεν πιστεύει ότι θα κληθείτε να εφαρμόσετε αυτά τα οποία λέτε, σας αντιμετωπίζει εξ ορισμού με πολύ μειωμένη αξιοπιστία.
Πιστεύω, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι πράγματι το δίλημμα ελπίδα ή περιπέτεια θα ισχύσει ακέραιο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Με την ελπίδα, όμως, να στηρίζεται στην αλήθεια, στο κοστολογημένο σχέδιο και στο αποτέλεσμα.
Και με την περιπέτεια να μην τεκμηριώνεται μόνο από την εμπειρία του παρελθόντος, αλλά να προβάλλει εξαιρετικά απειλητική και από την ανεπάρκεια του παρόντος, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίον αυτή διατυπώνεται.
Μικρή σημασία έχει, όπως είπα, αν τελικά δύο δρόμοι, της ΕΛΑΣ και του ΠΑΣΟΚ, δείχνουν διαφορετική κατεύθυνση, υποτίθεται. Τελικά, οδηγείτε και οι δύο τη χώρα στο ίδιο αδιέξοδο.
Όπως μικρή σημασία έχει αν οι πολέμιοι της Νέας Δημοκρατίας θέλουν ή δεν θέλουν να συνεργαστούν, μέσα σε ένα εφιαλτικό σενάριο αναταραχής και ακυβερνησίας να συμπλεύσουν πιθανώς με τα άκρα του λαϊκισμού.
Να, λοιπόν, γιατί σήμερα η Ελλάδα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη τη σταθερότητα, τη συνέχεια και τη συνέπεια. Έχει περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη από ομαλότητα και κοινωνική συνοχή, από συλλογική ανάπτυξη, από ατομική ευημερία και φυσικά από την αμυντική θωράκιση της πατρίδας. Ιδίως σε έναν τόσο ταραγμένο κόσμο, όπου κάθε γεωπολιτική μεταβολή έχει τελικά συνέπειες και στην εσωτερική ζωή των κρατών, ενώ η παραμικρή πολεμική επιχείρηση, κυρίως στις υποδομές ενέργειας, συνεπάγεται αυτόματα και ένταση του παγκόσμιου πληθωρισμού.
Στα όπλα, λοιπόν, ενός κράτους που θέλει να πλέει με ασφάλεια και με σιγουριά στα ταραγμένα νερά των ημερών, θα προσέθετα και τη θεσμική κανονικότητα, την ειλικρίνεια του ότι «λέω και το εννοώ», αντί του «λέω και ξελέω» των άλλων.
Γι’ αυτό βέβαια, θα το πω και αυτό, κ. Πρόεδρε, κλείνοντας, διαψεύδονται και όσοι είχαν προβλέψει και σε αυτή την αίθουσα πρόωρες κάλπες. Για σκεφτείτε λίγο, να ήμασταν τώρα σε περίοδο προεκλογική. Ήταν πολλοί αυτοί οι οποίοι προεξοφλούσαν ότι περίπου στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης θα ανακοινώσω ένα τεράστιο πακέτο παροχών, πολύ πέρα και πάνω από τις δυνατότητες της οικονομίας, και θα οδηγήσω τη χώρα σε εκλογές.
Για σκεφτείτε τώρα, να ήμασταν στις εκλογές, με το πετρέλαιο να έχει πάρει την ανιούσα, με δύο πολέμους σε εξέλιξη, με την ένταση -συγγνώμη, εσείς δεν ζητούσατε συνέχεια πρόωρες εκλογές ή κάνω λάθος; Εσείς δεν τις ζητούσατε; Έχω μπλεχτεί λίγο- την Ευρώπη σε αμηχανία.
Και βέβαια, με μία πρωτοφανή κρίση στην παγκόσμια αγορά ομολόγων, με το αμερικανικό Δημόσιο πια να δανείζεται με επιτόκια τα οποία ξεπερνούν το 5% και με την Ελλάδα έναν «φάρο» σταθερότητας σε μια αγορά ομολόγων εξαιρετικά ταραγμένη, κάτι το οποίο δικαιώνει όχι μόνο τις επιλογές της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την απόφασή μας να ξεπληρώσουμε πιο γρήγορα το δημόσιο χρέος.
Προσέξτε, όμως, όπως τόνισα και στη Θεσσαλονίκη, ο φετινός χειμώνας θα είναι ένας δύσκολος χειμώνας. Αλλά στο όνομα αυτής της συγκυρίας, η επιλογή μου είναι μία: δεν θα βάλω το κομματικό συμφέρον πάνω από το συμφέρον της πατρίδας.
Αντίθετα, θεωρώ ότι οι εσωτερικές εξελίξεις πρέπει πάντα να καθορίζονται σε συνθήκες ηρεμίας και με τελικό κριτήριο τις ικανότητες του καθενός, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ειδικά αυτή η κυβέρνηση έχει αποδείξει σε πολλές κρίσεις στο παρελθόν ότι μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κάθε δυσκολία.
Γι’ αυτό ακριβώς και θα συνεχίσουμε το έργο μας, με άμεσο στόχο τα οφέλη μιας αποδοτικής οικονομικής πολιτικής να επιστρέφουν σταδιακά, ως «μέρισμα ανάπτυξης», συνολικά στην κοινωνία. Ακολουθώντας έναν δρόμο που ευνοεί τους πολλούς, με ασφαλή τα σύνορά μας, με ενεργή τη διπλωματία μας, χωρίς να θέτουμε σε κίνδυνο τις έως τώρα κατακτήσεις μας.
Με σταθερή την πίστη ότι ισχυρή Ελλάδα είναι πρώτα απ’ όλα η Ελλάδα στην οποία θα αισθάνονται ισχυροί οι Ελληνίδες και οι Έλληνες.
Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν -και κλείνω, κ. Πρόεδρε-, η σημερινή διαδικασία στη Βουλή καθίσταται μία ύστατη δοκιμασία αξιοπιστίας και ευθύνης απέναντι στις μεγάλες θεσμικές αλλαγές, τις οποίες όλοι σε αυτή την αίθουσα έχουμε δεχθεί ότι είναι αναγκαίες.
Και θα έλεγα ότι, έστω και αυτή την ώρα, η αντιπολίτευση, ο κάθε Βουλευτής ξεχωριστά, θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να αναθεωρήσει κάποια στάση του, στο φως των γεγονότων που μόλις περιέγραψα. Με την ώρα αυτή να ζητά κομματικές υπερβάσεις μπροστά στις εθνικές απαιτήσεις.
Ξέρω πολύ καλά ότι δεν θα πιάσει τόπο η ευχή μου, ωστόσο, παρά ταύτα, έκρινα σκόπιμο να κάνω μία τελευταία προσπάθεια για να εξηγήσω τα επιχειρήματά μου.
Θα είμαι πολύ σύντομος, κ. Πρόεδρε. Κύριε Ανδρουλάκη, εάν ήσασταν τόσο σίγουρος ότι θα κερδίσετε τις εκλογές και με αυτοδυναμία, όπως προβλέψατε στη συνέντευξη που δώσατε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, σήμερα θα υπερψηφίζατε τις αλλαγές, για το άρθρο 86 τουλάχιστον, ώστε να μπορείτε εσείς στη συνέχεια, ως νέα πλειοψηφία στη Βουλή, να το διαμορφώσετε έτσι όπως ακριβώς επιθυμείτε.
Μία υπενθύμιση μόνο: το 1999 η Νέα Δημοκρατία, ως αντιπολίτευση τότε, ψήφισε 83 από τα 86 προτεινόμενα προς αναθεώρηση άρθρα και αυτό δείχνει τη διαφορά μεταξύ των δύο παρατάξεων, αλλά και τη διαφορά μεταξύ του τότε ΠΑΣΟΚ και του σημερινού.
Μία παρατήρηση θέλω να κάνω μόνο, κ. Πρόεδρε, γιατί το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό: είπατε, κ. Ανδρουλάκη, κάτι το οποίο θα μπορούσε να το εκλάβει κανείς και ως εθνικά επικίνδυνο.
Πρώτον, είπατε ότι το δίλημμα στις επόμενες εκλογές είναι «Μητσοτάκης ή Erdoğan». Όχι, κ. Ανδρουλάκη, το δίλημμα στις επόμενες εκλογές είναι Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης, Μητσοτάκης ή Τσίπρας, Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου, Μητσοτάκης ή Βελόπουλος.
Μπορεί να σας ενοχλεί αυτό το δίλημμα, να μη σας κάνει να αισθάνεστε πολύ βολικά, αλλά αυτό είναι το δίλημμα των επόμενων εκλογών.
Το γεγονός ότι εννοείτε ότι η κυβέρνηση αυτή επιλέγει να αυξήσει την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις για να έχει -υποτίθεται- κάποια κομματικά οφέλη, αυτή η θεώρηση, κ. Ανδρουλάκη, είναι εθνικά επικίνδυνη.
Είναι σαν να μας λέτε ότι η κυβέρνηση υιοθετεί ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα εξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, ότι αγοράζουμε Belh@rra, ότι προμηθευόμαστε τον θόλο, την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ότι αναβαθμίζουμε τα F-16, γιατί; Για να αποκομίσουμε βραχυπρόθεσμα εκλογικά οφέλη;
Και πιστεύετε πραγματικά ότι μία υπεύθυνη κυβέρνηση θα μπορούσε ποτέ να ασκεί μία μακροπρόθεσμη εξωτερική πολιτική και να θέσει σε κίνδυνο, ενδεχομένως, τα εθνικά συμφέροντα της χώρας, μόνο και μόνο επειδή σε κάποιους μήνες από τώρα θα έχουμε εκλογές; Αν αυτό πιστεύετε, κ. Ανδρουλάκη, οφείλετε να το πείτε και να το δηλώσετε ξεκάθαρα.
Αυτό το οποίο επαναλαμβάνω εγώ είναι ότι η κυβέρνηση αυτή θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τα εθνικά δίκαια, να προστατεύει τα σύνορά μας, να θωρακίζει τις Ένοπλες Δυνάμεις καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραετίας. Το κάναμε από την πρώτη μέρα. Το κάναμε το 2020, όταν αποτρέψαμε την οργανωμένη εισβολή μεταναστών στον Έβρο. Θα εξακολουθούμε να το κάνουμε μέχρι το τέλος της τετραετίας.
Παρακαλώ, λοιπόν, κ. Ανδρουλάκη, ως αρχηγός της αντιπολίτευσης, μην μπλέκετε τα εξωτερικά ζητήματα στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Δείχνει βαθιά ανευθυνότητα αυτό το οποίο είπατε. Θα σας ζητήσω να το ανακαλέσετε στη δευτερολογία σας και να αντιληφθείτε ότι έχετε έναν υπεύθυνο ρόλο, ως αρχηγός της αντιπολίτευσης, ο οποίος δεν σας επιτρέπει να αφήνετε τέτοιου είδους υπονοούμενα, ειδικά για θέματα τα οποία αφορούν την εξωτερική πολιτική.
Τέλος, για τον κ. Φλωρίδη, μια ανθοδέσμη θα σας στείλει για την τζάμπα διαφήμιση.