Χαιρετισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Χριστοδουλίδη στην αντικατοχική εκδήλωση των Δήμων, Κοινοτήτων, προσφυγικών Σωματείων και οργανώσεων Κερύνειας
Με αισθήματα θλίψης, οδύνης και με τη σκέψη στη θαλασσοφίλητη Κερύνεια, τη Λάπηθο, τον Καραβά και τις υπόλοιπες κατεχόμενες πόλεις και χωριά μας, συγκεντρωθήκαμε σήμερα στον ιερό αυτόν χώρο, για να τιμήσουμε τη μνήμη όσων αγωνίστηκαν, για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι, για να υπάρχει σήμερα Κυπριακή Δημοκρατία, όσων αγωνίστηκαν για να κρατήσουν την πατρίδα μας ελεύθερη, αλλά την ίδια στιγμή –και αυτό είναι πολύ σημαντικό ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία– για να διατρανώσουμε την αποφασιστικότητά μας για τη συνέχιση του αγώνα για την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας μας.
Συγκεντρωθήκαμε στον ιερό τούτο χώρο που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να μη συγκλονιστεί, αντικρίζοντας τα σεπτά μνήματα του Τύμβου της Μακεδονίτισσας, όπου αναπαύονται οι ήρωές μας. Κάθε τάφος κρύβει τη δική του ιστορία, ιστορία που γράφτηκε με θάρρος και φιλοπατρία, αλλά και με απέραντο πόνο και πολλά βασανιστικά «γιατί».
Σε αυτόν εδώ τον χώρο και σε πολλές άλλες περιοχές της Κύπρου και της Ελλάδας, κείτονται οι ηρωομάρτυρές μας, που με τη θυσία τους κατέκτησαν μια θέση στο πάνθεον των αθανάτων και φωτίζουν τον ανηφορικό δρόμο του χρέους να εργαστούμε για την απαλλαγή από τα δεινά της κατοχής
Η Κερύνεια πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει βαρύτατο τίμημα από την παράνομη τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη για 52 χρόνια κατοχή. Είναι η πόλη και Eπαρχία μας που καταλήφθηκε από τον βάρβαρο Αττίλα στο σύνολο της επικράτειάς της, έχοντας τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, τόσο σε στρατεύσιμους όσο και σε άμαχους.
Σαν σήμερα, πριν από 52 χρόνια, ο τουρκικός στρατός μπήκε στην πόλη της Κερύνειας, την κατέλαβε και έδιωξε με τη βία όλους τους Έλληνες γηγενείς κατοίκους της.
Έκτοτε, χιλιάδες Κερυνειώτες και Κερυνειώτισσες ζουν και δραστηριοποιούνται σε όλη την ελεύθερη Κύπρο, και με την εργατικότητά τους κατάφεραν στον βαθμό που μπορούν να καταφέρουν όταν η πόλη και Eπαρχία τους είναι υπό κατοχή, να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, να επαναδραστηριοποιηθούν επαγγελματικά, να φροντίσουν τις οικογένειές τους, να βάλουν χρώμα στα όνειρά τους. Και πέτυχαν όλα αυτά και με την καθοριστική συμβολή των Δήμων Κερύνειας, Λαπήθου και Καραβά, καθώς και των Kοινοτήτων, των προσφυγικών σωματείων και όλων των οργανωμένων συνόλων της Κερύνειας, που λειτουργούν ως το συνεκτικό σημείο αναφοράς για τους απανταχού Κερυνειώτες μας.
Πέραν της παράνομης κατοχής του ενός τρίτου της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός ανεξάρτητου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και των Ηνωμένων Εθνών, η Τουρκία –και πρέπει να το λέμε διότι ακούω κάποιους να λένε ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη τις πραγματικότητες, αυτή είναι η πραγματικότητα– συνεχίζει να διαπράττει ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στη μεταπολεμική Ιστορία της Ευρώπης και για πέντε και πλέον δεκαετίες παραβιάζει συστηματικά το Διεθνές Δίκαιο και τα θεμελιώδη δικαιώματα των νόμιμων κατοίκων της Κύπρου, αποστερώντας τους βασικές ελευθερίες. Εδώ και μισό αιώνα η Τουρκία καταβάλλει ανεπιτυχώς προσπάθειες για τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων και για διαγραφή των εγκλημάτων που διέπραξε, αλλά οι παρανομίες της συγκρούονται μετωπικά με το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
Η Κερυνειώτισσα Τιτίνα Λοϊζίδου ήταν η πρώτη που το 1996 εξέθεσε την Τουρκία και την κατέστησε υπόλογη για αποστέρηση της περιουσίας της. Η δικαίωση της Τιτίνας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο, προτού η Κυπριακή Δημοκρατία γίνει μέλος της ΕΕ, άνοιξε τον δρόμο και σε πολλούς άλλους Κύπριους πολίτες, θύματα της τουρκικής εισβολής, για διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Η ετυμηγορία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιβεβαίωσε την απαράβατη αρχή, στέλνοντας μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση ότι η παρανομία δεν γεννά δίκαιο, όσο κι αν η Τουρκία προσπαθεί να επιβληθεί με την ισχύ των όπλων, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Αυτή η απαράβατη αρχή, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα όπλα που έχουμε στη διπλωματική φαρέτρα μας. Θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας, θέλω να μπορώ να σας κοιτάζω στα μάτια κάθε φορά που σας βλέπω και θα πω ότι παρόλο ότι το Κυπριακό δεν θα λυθεί σε δικαστικές αίθουσες, αλλά θα λυθεί σε πολιτικές διαπραγματεύσεις, κανείς μα κανείς, και εγώ το γνωρίζω πρώτος από όλους, δεν μπορεί να διαγράψει τη νομική διάσταση της κατοχής και να απεμπολήσει τα δικαιώματα πολιτών σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ.
Στη βάση, λοιπόν, και αυτών των δεδομένων, η πολιτική που ακολουθούμε για την απαλλαγή από τα δεσμά της κατοχής, στοχεύει σε λύση που θα θέτει τέλος στην υφιστάμενη κατάσταση, να τερματίζει την απαράδεκτη κατάσταση πραγμάτων και να διασφαλίζει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο, λειτουργικό, ευρωπαϊκό κράτος.
Γι’ αυτό, επαναλαμβάνω και απόψε ότι δεν ζητούμε κάτι περισσότερο από αυτό που αξίζει και δικαιούται ο κάθε άνθρωπος και ο κάθε λαός. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από αυτά που αποτελούν τις βασικές ευρωπαϊκές αρχές και αξίες και απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι πολίτες σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.
Εργαζόμαστε για μια λύση βιώσιμη, λειτουργική, ανθεκτική και, πρωτίστως, μια λύση που να διασφαλίζει σε όλους τους νόμιμους κατοίκους της χώρας το δικαίωμα να ζουν, να εργάζονται, να δραστηριοποιούνται και να δημιουργούν, όπου το επιλέξουν, σε συνθήκες ειρήνης, ασφάλειας και ευημερίας.
Αυτή μας η πεποίθηση είναι αυτή που καθόρισε και τη στρατηγική που ακολουθούμε σε σχέση με τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού από την πρώτη μέρα που ο κυπριακός λαός μάς ανέθεσε την τιμητική ευθύνη διακυβέρνησης του τόπου. Θέλω να σας πω ότι και πριν την εκλογή μου, αλλά πολύ περισσότερο μετά την εκλογή μου, ένας βασικός μας στόχος –κάποιοι βιάστηκαν να τον χαρακτηρίσουν ως ουτοπία– ήταν η πρωταγωνιστική εμπλοκή της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις για επίλυση του Κυπριακού.
Χάρη και στις δικές μας προσπάθειες έχει καταστεί πλέον σαφές σε όλους ότι το Κυπριακό είναι και ευρωπαϊκό πρόβλημα και ακριβώς γι’ αυτό η ΕΕ οφείλει, έχει υποχρέωση, να έχει καθοριστικό λόγο στις εξελίξεις. Και αυτό που λέω δεν είναι ούτε ευχολόγια, ούτε ωραία λόγια που λέω ενώπιον ενός ακροατηρίου που ξέρω πόσο αγωνιά για το μέλλον αυτής της χώρας. Αυτά που λέω αποτυπώνονται πολύ συγκεκριμένα στα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Απριλίου 2024. Aποτυπώνονται ξεκάθαρα σε κάτι που θεωρώ, προσωπικά, ένα ιστορικό έγγραφο, μια ιστορική επιστολή, την κοινή επιστολή της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών τον Μάρτιο του 2025, όταν βρισκόμασταν στη Γενεύη στο πλαίσιο της προσπάθειας για επανέναρξη των συνομιλιών. Αυτή η θέση επαναδιατυπώθηκε πολύ πρόσφατα από την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όταν συναντηθήκαμε στη Γαλλία, την επομένη του διορισμού, ενός αναβαθμισμένου διορισμού, του Εκτελεστικού Αντιπροέδρου της Επιτροπής, ως Ειδικού Απεσταλμένου στις προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού.
Και ακριβώς σε μια περίοδο, κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη η πολύ σημαντική πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος θα επισκεφθεί την Κύπρο στις 27 έως 29 Ιουλίου, η ΕΕ δηλώνει παρούσα, όχι τυπικά, αλλά πρωταγωνιστικά. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι σε αυτή τη σημαντική συγκυρία έχει γίνει σαφές –είναι ο δεύτερος πυλώνας που επιμέναμε στην εμπλοκή της ΕΕ– ο πρώτος αφορά το περιεχόμενο της λύσης του Κυπριακού, ο δεύτερος αφορά την ξεκάθαρη θέση ότι η όποια πρόοδος στα Ευρωτουρκικά συνδέεται άμεσα με ουσιαστικές εξελίξεις στο Κυπριακό. Είναι μια εξέλιξη, η οποία είναι αποτέλεσμα της στρατηγικής που υλοποιούμε.
Το μήνυμά μας, λοιπόν, προς την τουρκική κυβέρνηση, προς τον ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας και προς όλους τους ενδιαφερόμενους, εντός και εκτός Κύπρου, είναι ότι, ναι, αν υπάρχει πολιτική βούληση μπορούμε να πετύχουμε μια διευθέτηση του Κυπριακού που θα λειτουργεί ευεργετικά για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Μια διευθέτηση, η οποία θα είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό καθεστώς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος μέλος της ΕΕ και θα συνεχίσει και μετά από μια ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού να είναι κράτος μέλος, με όλα τα δικαιώματα, όπως και με όλες τις υποχρεώσεις.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η οφειλή μας είναι μία: Να εργαστούμε για να δικαιώσουμε τις θυσίες όλων αυτών που βρίσκονται στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, όλων αυτών που θυσιάστηκαν για να είμαστε εμείς ελεύθεροι, για να δικαιώσουμε τους αγώνες των πατεράδων μας και των παππούδων μας, που είχαν το σθένος, μέσα από τα χαλάσματα της καταστροφής, να δημιουργήσουν μια χώρα που, είμαι περήφανος να το πω, καταγράφει ζηλευτές επιδόσεις σε όλους τους τομείς, με βασικό στόχο την ενίσχυση, την αναβάθμιση όλων των παραγόντων ισχύος της χώρας μας. Γιατί αν δεν είσαι ισχυρός εσωτερικά, είσαι αποδυναμωμένος να διεκδικήσεις τα μεγάλα εθνικά θέματα. Αν δεν είσαι ισχυρός εσωτερικά, τα περιθώρια θετικής κατάληξης της διαπραγμάτευσης στα μεγάλα εθνικά θέματα είναι σαφώς λιγότερα.
Από αυτόν τον ιερό χώρο θέλω ενώπιόν σας να μεταφέρω τη διαβεβαίωση ότι θα συνεχίσω να εργάζομαι στη βάση του όρου εντολής που έλαβα από τον κυρίαρχο λαό, για λύση που θα απαλλάσσει τη χώρα μας από την κατοχή, θα την ελευθερώνει και θα την επανενώνει.
Η αξίωση ότι τα σύνορα μας είναι στην Κερύνεια δεν είναι σύνθημα, είναι ο στόχος μας για μια λύση που θα διασφαλίζει την πραγματική επανένωση της χώρας στο έδαφος, στους θεσμούς, την οικονομία και κάθε έκφανση της καθημερινότητας.
Δεν νοείται μισό δισεκατομμύριο Ευρωπαίοι πολίτες να έχουν δικαιώματα σε όλη την επικράτεια της ΕΕ, αλλά οι Κύπριοι Ευρωπαίοι πολίτες να μην έχουμε τα ίδια δικαιώματα στη δική μας πατρίδα.
Πενήντα δύο χρόνια είναι πολλά, κανενός όμως η συνείδηση δεν θα ησυχάσει εάν δεν φανούμε αντάξιοι της θυσίας όσων κείτονται σε αυτό τον ιερό χώρο και σε κάθε γωνιά της μαρτυρικής μας πατρίδας. Αντλώ δύναμη από όλους εσάς που αγωνίζεστε και υπομένετε καρτερικά την ημέρα της επιστροφής στην πόλη και τα χωριά της Κερύνειας, στις πόλεις και τα χωριά της κατεχόμενης πατρίδας μας.
Με συγκίνηση βλέπω ανάμεσά μας απόψε πρόσφυγες, συζύγους και παιδιά πεσόντων και αγνοουμένων, αγωνιστές της αντίστασης και πολεμιστές του 1974.
Σας μεταφέρω για μια ακόμη φορά όχι μόνο την εκτίμηση μας, αλλά και το ότι αντλούμε δύναμη σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια από τον δικό σας αγώνα.
Χαιρετίζω με συγκίνηση τους Έλληνες αδελφούς μας που εκπροσωπούν Δήμους και οργανωμένα σύνολα, και στο πρόσωπό τους ευχαριστούμε τον αδελφό ελληνικό λαό και την ελληνική πολιτεία για τη διαχρονική στήριξη. Άξιοι μνείας είναι οι Ελλαδίτες αξιωματικοί και οπλίτες που πολέμησαν για να κρατήσουν την Κύπρο ελεύθερη, ορισμένοι από τους οποίους αναπαύονται εδώ, στον ιερό τούτο χώρο, στα σεπτά μνήματα του Τύμβου της Μακεδονίτισσας.
Κυρία Μάντολες, ερχόμενος εδώ μου είπατε κάτι. Θα κλείσω απευθυνόμενος σε εσάς και σε όλους τους Κερυνειώτες, σε όλους τους πρόσφυγες. Όσο δύσκολο και αν είναι να πιστέψουμε ότι μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας, τόσο αδιανόητο είναι να φανταστούμε επανενωμένη την πατρίδα μας χωρίς να μπορούμε να περπατούμε και να ζούμε ελεύθερα, να κάνουμε ό,τι επιλέγουμε ελεύθερα στην κατεχόμενη σήμερα Κερύνεια και στις υπόλοιπες κατεχόμενες περιοχές.